συντριπτικός

(προωθήθηκε από συντριπτική)
Μεταφράσεις

συντριπτικός

(sindripti'kos) αρσενικό

συντριπτική

(sindripti'ci) θηλυκό

συντριπτικό

overwhelming, devastatingمَسَبِّبٌ لِدِمَارٍ هَائِلpustošivýødelæggendeverheerenddevastadortuhoisadévastateurrazorandevastanteさんざんな황폐시키는vernietigendknusendeniszczycielskidevastadorопустошительныйförkrossandeซึ่งก่อให้เกิดความเสียหายอย่างมากyıkıcıtàn phá毁灭性的 (sindripti'co) ουδέτερο
επίθετο
πολύ ανώτερος, νικητής με μεγάλη διαφορά συντριπτική νίκη συντριπτική πλειοψηφία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close