συντροφεύω

Μεταφράσεις

συντροφεύω

(sindro'fevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω παρέα σε κπ, συνοδεύω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close