συνωστισμένος

Μεταφράσεις

συνωστισμένος

مُزْدَحِم

συνωστισμένος

přeplněný

συνωστισμένος

propfuld

συνωστισμένος

überfüllt

συνωστισμένος

crowded

συνωστισμένος

atestado

συνωστισμένος

täynnä oleva

συνωστισμένος

bondé

συνωστισμένος

pretrpan

συνωστισμένος

affollato

συνωστισμένος

込み合った

συνωστισμένος

붐비는

συνωστισμένος

samengepakt

συνωστισμένος

fullpakket

συνωστισμένος

zatłoczony

συνωστισμένος

lotado

συνωστισμένος

переполненный

συνωστισμένος

trång

συνωστισμένος

ซึ่งเต็มไปด้วยฝูงชน

συνωστισμένος

kalabalık

συνωστισμένος

đông đúc

συνωστισμένος

拥挤的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close