συστατικό

Μεταφράσεις

συστατικό

ingredient, constituent, componentingrédient, composantمُكَوِّنٌ, مُكَوِّنَةingredience, součástingrediens, komponentBestandteil, Zutatcomponente, ingredienteosatekijä, valmistusainekomponenta, sastojakcomponente, ingrediente材料, 構成要素성분ingrediënt, onderdeelbestanddel, ingrediensskładnikcomponente, ingredienteингредиент, компонентingrediens, komponentส่วนประกอบ, ส่วนผสมbileşen, malzemethành phần成分, 组件
ουσιαστικό ουδέτερο
στοιχείο που μαζί με άλλα αποτελεί τη σύσταση υλικού τα συστατικά συνταγής τα συστατικά του αίματος
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close