συστολή

Μεταφράσεις

συστολή

contraction, shyness, systole, constraintsystole (sisto'li)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να μικραίνει ο όγκος ενός υλικού συστολή και διαστολή
2. το να ντρέπεται κν μιλάω με συστολή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close