συχνάζω

Μεταφράσεις

συχνάζω

frequent (si'xnazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πηγαίνω συχνά κάπου συχνάζω στα μπαρ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close