σφηνωμένος

Μεταφράσεις

σφηνωμένος

مَضْغُوطٌ

σφηνωμένος

namačkaný

σφηνωμένος

blokeret

σφηνωμένος

blockiert

σφηνωμένος

jammed

σφηνωμένος

atascado

σφηνωμένος

jumissa

σφηνωμένος

coincé

σφηνωμένος

pretrpan

σφηνωμένος

gremito

σφηνωμένος

ぎっしり詰め込んだ

σφηνωμένος

끼여서 못움직이게 된

σφηνωμένος

propvol

σφηνωμένος

fastklemt

σφηνωμένος

zapchany

σφηνωμένος

congestionado, lotado

σφηνωμένος

плотно набитый

σφηνωμένος

ha fastnat

σφηνωμένος

มีคนเยอะ

σφηνωμένος

sıkışmış

σφηνωμένος

kẹt

σφηνωμένος

塞满的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close