σφηνώνω

Μεταφράσεις

σφηνώνω

(sfi'nono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στερεώνω ανάμεσα σε δυο αντικείμενα

σφηνώνω

lodge, wedge
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μαγκώνω Το συρτάρι σφηνώνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close