σφιχτός

(προωθήθηκε από σφιχτή)
Μεταφράσεις

σφιχτός

(sfi'xtos) αρσενικό

σφιχτή

(sfi'xti) θηλυκό

σφιχτό

tight, hard-boiled, thick, firmserré, dur, fermeراسِخ, ضَيِّق, مُحْكَمpevný, těsnýfast, stramfest, straffajustado, apretado, duro, firmekiinteä, kireä, tiukkačvrst, zategnutsodo, strettoきつい, ぴんと張った, 堅い꼭 끼는, 꽉 조여 있는, 단단한stevig, strakfast, knytte, stramciasny, mocny, wąskiapertado, firmeнатянутый, твердый, тугойfast, tajtแข็ง, แน่น ตึง, คับแน่นsıkıchắc chắn, chật, chặt紧的, 结实的 (sfi'xto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σφίξει σφιχτός κόμπος σφιχτό δέρμα σφιχτό αυγό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close