σφραγίζω

Μεταφράσεις

σφραγίζω

يَخْتِمُuzavřítforsegleversiegelnsealsellarsinetöidäscellerzapečatitisigillare封をする봉인하다verzegelenforsegleopieczętowaćlacrarскреплять печатьюförseglaปิดผนึกmühürlemekđóng dấu密封 (sfra'ʝizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω σφραγίδα σφραγίζω ένα έγγραφο
2. κλείνω κτ ερμητικά σφραγίζω μπουκάλι
3. βουλώνω τρύπα σε δόντι σφραγίζω δόντι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close