σφύριγμα

Μεταφράσεις

σφύριγμα

whistlesifflementPíšťalkaWhistle휘파람свистокsilbatoapito ('sfiriɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να σφυρίζει κν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close