σχέση

Μεταφράσεις

σχέση

relationship, relation, connection, association, bearingיחסاِرْتِباط, عَلاقَةspojitost, vztahforbindelse, forholdBeziehung, Verbindungrelación, conexión, parentescosuhde, yhteysconnexion, relationodnos, vezaconnessione, rapporto, relazione関係관계, 연결relatie, verbindingforbindelse, forhold, relasjonstosunek, związekrelacionamento, conexão, relaçãoотношение, связьanslutning, förhållande, relationความเกี่ยวข้องกันของสิ่งของหรือบุคคล, ความสัมพันธ์, ความสัมพันธ์กันbağlantı, ilişkimối quan hệ, sự liên quan关系, 连接關係 ('sçesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. λογική σύνδεση η σχέση μεταξύ φυσικής και ψυχικής υγείας σε σχέση με
2. ο δεσμός Έχουν φιλικές σχέσεις.
έχω ερωτικό δεσμό
3. η επαφή κοινωνικές σχέσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close