σχεδιάζω

Μεταφράσεις

σχεδιάζω

plan, design, drawdessiner, esquisser, créer, prévoirmalen, entwerfen, planenيُخَطِط, يُصِمِّمُnavrhnout, plánovatdesigne, planlæggediseñar, planearsuunnitellaosmisliti, planiratiprogettareデザインする, 計画する계획하다, 디자인하다ontwerpen, plannenformgi, planleggezaplanować, zaprojektowaćplanear, planejar, projectar, projetarпланировать, разрабатыватьplanera, utformaวางแผน, ออกแบบplanlamak, tasarlamakthiết kế, vạch kế hoạch计划, 设计 (sçeði'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αποτυπώνω με μολύβι σχήμα ή εικόνα σχεδιάζω ένα τοπίο σχεδιάζω ένα σπίτι
2. κάνω σχέδια για το μέλλον σχεδιάζω ένα ταξίδινα ταξιδέψω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close