σχιζοφρενής

Μεταφράσεις

σχιζοφρενής

(sçizofre'nis) αρσενικό-θηλυκό
ουσιαστικό
πρόσωπο που πάσχει από σχιζοφρένεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close