σχολαστικός

(προωθήθηκε από σχολαστική)
Μεταφράσεις

σχολαστικός

(sxolasti'kos) αρσενικό

σχολαστική

(sxolasti'ci) θηλυκό

σχολαστικό

rigorous, pedant, meticulous, pedantic, fussyrigoureux, scolastique, tatillonصَعْبُ الإرْضَاءvěčně nespokojenýpertentligkleinlichquisquillosonirsositničavesigente騒ぎたてる야단법석하는kieskeurigmasetegrymaśnyexigente, minuciosoсуетливыйtjafsigจู้จี้yaygaracıom sòm爱挑剔的 (sxolasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσέχει υπερβολικά κάθε λεπτομέρεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close