σωματική αντοχή

Μεταφράσεις

σωματική αντοχή

تـَحَمُّلُ

σωματική αντοχή

výdrž

σωματική αντοχή

udholdenhed

σωματική αντοχή

Durchhaltevermögen

σωματική αντοχή

stamina

σωματική αντοχή

resistencia

σωματική αντοχή

kestävyys

σωματική αντοχή

endurance

σωματική αντοχή

izdržljivost

σωματική αντοχή

resistenza

σωματική αντοχή

スタミナ

σωματική αντοχή

스태미나

σωματική αντοχή

uithoudingsvermogen

σωματική αντοχή

utholdenhet

σωματική αντοχή

wytrzymałość

σωματική αντοχή

resistência

σωματική αντοχή

выносливость

σωματική αντοχή

uthållighet

σωματική αντοχή

ความทรหดอดทน ความแข็งแกร่งที่ยืนหยัดอยู่ได้นาน

σωματική αντοχή

dayanıklılık

σωματική αντοχή

sự dẻo dai

σωματική αντοχή

耐力
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close