σωματικός

Μεταφράσεις

σωματικός

(somati'kos) αρσενικό

σωματική

(somati'ci) θηλυκό

σωματικό

corporel, somatique, physiquephysical, corporalبَدَنِيٌّtělesnýfysiskkörperlichfísicoruumiillinenfizičkifisico身体の신체의fysiekfysiskfizycznyfísicoфизическийfysiskเกี่ยวกับร่างกายfizikselthuộc về thân thể身体的 (somati'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το σώμα σωματικός πόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close