σωριάζω

Μεταφράσεις

σωριάζω

bundle (sor'jazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
τοποθετώ ακατάστατα Σώριασα τα ρούχα μου στο κρεβάτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close