σωστός

(προωθήθηκε από σωστό)
Μεταφράσεις

σωστός

(so'stos) αρσενικό

σωστή

(so'sti) θηλυκό

σωστό

richtig, glücklichcorrect, right, proper, contentcorrect, juste, contentcorrecto, contentoراضٍ, صَحِيحspokojený, správnýkorrekt, tilfredsoikea, tyytyväinenispravan, zadovoljancontento, corretto幸せな, 正しい만족하는, 옳은correct, tevredenkorrekt, tilfredspoprawny, zadowolonycontente, correto, felizдовольный, правильныйglad, riktigถูกต้อง, พอใจdoğru, memnunđúng, vui vẻ正确的, 满意的 (so'sto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι λάθος σωστή απάντηση
2. κατάλληλος σωστό παράδειγμα χρησιμοποιώ τα σωστά καλώδια
3. δίκαιος Δεν είναι σωστό να μου φέρεται έτσι.
4. που υπακούει στους ηθικούς κανόνες Δεν είναι σωστό να μιλάει έτσι. σωστή συμπεριφορά
5. αληθινός, πραγματικός Έγινες σωστός άντρας!
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close