σόι

Μεταφράσεις

σόι

people ('soi)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. οι πρόγονοι και συγγενείς Κατάγομαι από καλό σόι.
2. οικείο φανερώνει αμφιβολία Τι σόι φίλος είσ' εσύ;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close