σόλα

Μεταφράσεις

σόλα

solesemellesходилаpodešvíSohlenpodeszwy밑창pohjat鞋底suole鞋底såler ('sola)
ουσιαστικό θηλυκό
το πέλμα του παπουτσιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close