σόμπα

Μεταφράσεις

σόμπα

sobaradiator, stoveمَوْقِدsporákovnOfenestufa, hornillaliesipoêleštednjakstufa料理用レンジ스토브kachelkomfyrpiecykfogãoкухонная плитаspisเตาทำอาหารbếp炉子 ('somba)
ουσιαστικό θηλυκό
συσκευή που θερμαίνει σόμπα πετρελαίου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close