σύγχυση

Μεταφράσεις

σύγχυση

confusion, bewilderment, disorientationاِرْتِباكzmatekforvirringVerwechslungconfusiónsekaannusconfusionzbrkaconfusione混同혼란verwarringforvirringdezorientacjaconfusãoсомнение, недоумениеförvirringความสับสนkarışıklıksự nhầm lẫn混淆, 混乱בלבול混亂объркване ('sinçisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μπέρδεμα, αναστάτωση μέσα στη γενική σύγχυση Επικρατεί σύγχυση από το πρωί.
2. εκνευρισμός προκαλώ σύγχυση σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close