σύζυγοι

Μεταφράσεις

σύζυγοι

('siziʝi)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό πληθυντικός
ζευγάρι παντρεμένων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close