σύμφωνος

Μεταφράσεις

σύμφωνος

('simfonos) αρσενικό

σύμφωνη

('simfoni) θηλυκό

σύμφωνο

accordant ('simfono) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει την ίδια γνώμη Είμαι σύμφωνος μαζί σου.
2. ανάλογος σύμφωνος με τις προδιαγραφές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close