σύνδεση

Μεταφράσεις

σύνδεση

conjunction, port, connectionconnexion, conjonctionاِرْتِباطspojkasammentræfVerbindungconjunciónyhdistäminenstjecajcongiunzione結合접속사samenhangkonjunksjonpołączenieconjunçãoсоединениеföreningการเกิดขึ้นร่วมกันbağlantısự kết hợp同时发生 ('sinðesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η ένωση η σύνδεση δυο ηλεκτρικών καλωδίων
2. η πρόσβαση με μέσα συγκοινωνίας η σιδηροδρομική σύνδεση μεταξύ δυο πόλεων
3. επικοινωνία, πρόσβαση τηλεφωνική σύνδεση σύνδεση ίντερνετ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close