σύνεργο

Μεταφράσεις

σύνεργο

('sinerɣo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το εργαλείο, το εξάρτημα σύνεργα κηπουρικής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close