σύντομος

(προωθήθηκε από σύντομο)
Μεταφράσεις

σύντομος

('sindomos) αρσενικό

σύντομη

('sindomi) θηλυκό

σύντομο

brief, short, soon, succinctbref, courtوَجيزkrátkýkortkurzbrevelyhytkratakbreve短い잠시의kortkortzwięzłybreveнедолгийkortอย่างสั้นkısangắn gọn简短的קצר ('sindomo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε διαρκεί πολύ σύντομο διάλειμμα σύντομη ανακοίνωση
2. κοντινός σύντομη απόσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close