σύντροφος

Μεταφράσεις

σύντροφος

comrade, partner, companion, sidekickcompagne, compagnon, partenaireGenosse, Partnerشَرِيكٌpartnerpartnerpareja, compañerokumppanipartnerpartner相手파트너partnerpartnerpartnerparceiro, companheiroсупругpartnerคู่สมรสpartnerbạn tình合伙人Спътник ('sindrofos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
1. που είναι συνδεδεμένος συναισθηματικά με κπ Μένει με το σύντροφό της.
2. με τον οποίο υπάρχει κοινή δραστηριότητα σύντροφος στο παιχνίδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close