σύρμα

Μεταφράσεις

σύρμα

wire, whiskسِلْكdrátwireDrahtalambrevaijerifil électriquežicafilo metallico針金철사metaalkabelståltråddrutarameпроводledningลวดteldây kim loại电线 ('sirma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μεταλλικό νήμα στερεώνω κτ με σύρμα
2. ηλεκτρικό καλώδιο σε κολόνα κολόνες με ηλεκτρικά σύρματα
3. το συρμάτινο σφουγγάρι καθαρίζω κατσαρόλες με το σύρμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close