σύσσωμος

(προωθήθηκε από σύσσωμο)
Μεταφράσεις

σύσσωμος

('sisomos) αρσενικό

σύσσωμη

('sisomi) θηλυκό

σύσσωμο

('sisomo) ουδέτερο
επίθετο
όλος μαζί Σύσσωμο το πλήθος πανηγύριζε.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close