τάζω

Μεταφράσεις

τάζω

vow ('tazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. υπόσχομαι Toυ έταξα γλυκό σοκολάτα.
2. δωρίζω, αφιερώνω Έταξε τη ζωή του στο Θεό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close