τάμα

Μεταφράσεις

τάμα

vow ('tama)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η υπόσχεση δωρεάς σε άγιο με αντάλλαγμα κπ χάρη κάνω τάμα (σε άγιο) εκπληρώνω το τάμα
2. το αντικείμενο που δωρίζεται στην εκκλησία όταν κπ εύχεται κτ ή όταν εκπληρώνεται η ευχή του τάματα τοποθετημένα μπροστά σε εικόνα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close