τέρμα

Μεταφράσεις

τέρμα

('terma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το τελευταίο σημείο το τέρμα διαδρομής
2. η άκρη το τέρμα του οικοπέδου
3. αθλητισμός το σημείο όπου βάζει κν γκολ η γραμμή τέρματος

τέρμα

end, goal, goalpost, terminus, finishbut, fin, finalité, terme, arrivéeنِهَايَةkonecafslutningEndefinalloppuzavršnicarifinitura終わりvoltooiingavslutningkoniectérminoконецslutspurtตอนจบsonphần kết thúc完成
επίρρημα
1. τελείως Άνοιξε τέρμα την τέντα.
2. στο πιο δυνατό σημείο βάζω τέρμα τη μουσική
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close