τίναγμα

Μεταφράσεις

τίναγμα

('tinaɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να τινάζω κτ το τίναγμα των χαλιών
2. το να τινάζομαι Aισθάνθηκα ένα τίναγμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close