ταιριάζω

Μεταφράσεις

ταιριάζω

(ter'jazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
συνδυάζω με επιτυχία ταιριάζω ρούχα

ταιριάζω

passen, abstimmern, anpassen, regeln, zusammenpassenaller avec, convenirmatch, fitيُناسِبُpasovatpasseencajar, quedar biensopiapristajatistare bene適する맞다passenpasse (for)dostosowaćservirбыть впоруpassaพอดีuydurmakvừa合适
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δημιουργώ αρμονικό συνδυασμό To κόκκινο ταιριάζει με το μπλε.
2. έχω κοινά σημεία με κπ Εμείς οι δυο ταιριάζουμε. Οι ιδέες τους δεν ταιριάζουν.
3. προσαρμόζομαι ταιριάζω στο πνεύμα της ομάδας
4. συμπίπτω Οι μαρτυρίες τους δεν ταιριάζουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close