ταιριαστός

(προωθήθηκε από ταιριαστή)
Μεταφράσεις

ταιριαστός

(terja'stos) αρσενικό

ταιριαστή

(terja'sti) θηλυκό

ταιριαστό

applicable, appositeустановку配件montagemmontering피팅raccordмонтаж配件montażumontering (terja'sto) ουδέτερο
επίθετο
που πάει με κτ ή κπ άλλο ταιριαστό ζευγάρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close