ταλαιπωρώ

Μεταφράσεις

ταλαιπωρώ

afflict (talepo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παιδεύω Η αρρώστια μου με ταλαιπωρεί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close