ταμιευτήριο

Μεταφράσεις

ταμιευτήριο

(tamie'ftirio)
ουσιαστικό ουδέτερο
οργανισμός που αξιοποιεί καταθέσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close