ταξιδιωτικός

Μεταφράσεις

ταξιδιωτικός

(taksiðjoti'kos) αρσενικό

ταξιδιωτική

(taksiðjoti'ci) θηλυκό

ταξιδιωτικό

voyageurツアー旅游tourTourجولةtourTour旅遊סיורTour (taksiðjoti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει σχέση με ταξίδι ταξιδιωτικός σάκος
2. τουριστικός ταξιδιωτικός οδηγός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close