ταξιδιώτης

(προωθήθηκε από ταξιδιώτισσα)
Μεταφράσεις

ταξιδιώτης

(taksi'ðjotis) αρσενικό

ταξιδιώτισσα

traveler, voyager, travellervoyageurمُسَافِرcestovatelrejsendeReisenderviajeromatkailijaputnikviaggiatore旅行者여행자reizigerreisendepodróżnyviajanteпутешественникresenärผู้เดินทางyolcukhách du lịch旅行者 (taksi'ðjotisa) θηλυκό
ουσιαστικό
αυτός που ταξιδεύει, ο τουρίστας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close