ταράζω

Μεταφράσεις

ταράζω

agitate, badger, churn, roil, shake, shaken, shookagitaragiter (ta'razo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αναστατώνω, φοβίζω Αυτό το νέο με τάραξε.
2. ενοχλώ, διακόπτω ταράζω τον ύπνο κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close