ταρακουνάω

Μεταφράσεις

ταρακουνάω

(taraku'nao)

ταρακουνώ

(taraku'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραντάζω Ο σεισμός ταρακούνησε όλο το νησί.
2. μεταφορικά συγκλονίζω Αυτή η αποκάλυψη με ταρακούνησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close