ταυτίζω

Μεταφράσεις

ταυτίζω

identifyidentifier (ta'ftizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αντιμετωπίζω κτ σαν όμοιο με κτ άλλο Ταυτίζετε δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Ταύτισε τη ζωή της με την ιστορία του τόπου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close