ταχυδακτυλουργικός

(προωθήθηκε από ταχυδακτυλουργικό)
Μεταφράσεις

ταχυδακτυλουργικός

(taçiðaktilurʝi'kos) αρσενικό

ταχυδακτυλουργική

(taçiðaktilurʝi'ci) θηλυκό

ταχυδακτυλουργικό

(taçiðaktilurʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με ταχυδακτυλουργό ταχυδακτυλουργικό κόλπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close