ταχυδρομείο

Μεταφράσεις

ταχυδρομείο

post office, mailبَرِيْدٌ, مَكْتَبُ البَرِيدpoštapost, postkontorPost, Postamtcorreo, oficina de correosposti, postitoimistobureau de poste, courrierpoštaposta, ufficio postale郵便, 郵便局우체국, 우편물post, postkantoorpost, postkontorpoczta, urząd pocztowycorreio, correios, correspondênciaпочта, почтовая контораpostจดหมาย, ที่ทำการไปรษณีย์posta, postanebưu điện, thư từ邮件, 邮局пощаדואר郵件 (taçiðro'mio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η υπηρεσία διαχείρισης της αλληλογραφίας Στο στέλνω με ταχυδρομείο.
2. το σύνολο των επιστολών, δεμάτων κ.λπ. Έχεις ταχυδρομείο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close