ταχυδρομικός

(προωθήθηκε από ταχυδρομικό)
Μεταφράσεις

ταχυδρομικός

(taçiðromi'kos) αρσενικό

ταχυδρομική

(taçiðromi'ci) θηλυκό

ταχυδρομικό

diligencepostal우편 번호郵便番号 (taçiðromi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το ταχυδρομείο ταχυδρομική διεύθυνση ταχυδρομικός υπάλληλος ταχυδρομικός κώδικας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close