ταύτιση

Μεταφράσεις

ταύτιση

identification ('taftisi)
ουσιαστικό θηλυκό
το να γίνομαι όμοιος με κτ η ταύτιση μητέρας και παιδιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close