τεκμηριωμένος

(προωθήθηκε από τεκμηριωμένη)
Μεταφράσεις

τεκμηριωμένος

(tekmirio'menos) αρσενικό

τεκμηριωμένη

(tekmirio'meni) θηλυκό

τεκμηριωμένο

(tekmirio'meno) ουδέτερο
επίθετο
που βασίζεται σε αληθινά στοιχεία τεκμηριωμένες απόψεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close