τεκμηριώνω

Μεταφράσεις

τεκμηριώνω

document, substantiatedocumenter (tekmiri'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στηρίζω, αποδεικνύω τεκμηριώνω την άποψή μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close